Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Η τοιχογραφία με θέμα την παραλία του Μοσχάτου




Με θέμα την παραλία του Μοσχάτου, στο σπίτι της Μεσοποταμίας από την ομάδα ζωγραφικής του Στεκιού Μεταναστών.

Δεκαπέντε φίλοι μετανάστες, έλληνες και οι δάσκαλοι τους δούλεψαν ακούραστα και δημιούργησαν ένα καλλιτεχνικό έργο που ξεχειλίζει από φαντασία, αισιοδοξία και αλληλεγγύη. 

Αποτέλεσμα συνεργασίας ανθρώπων με διαφορετική προέλευση μία τοιχογραφία που περιέχει μεταξύ άλλων:
 
  •  Έναν Αίολο, σύνθεση ψαριών, που φυσά νότες οι οποίες μετατρέπονται σε ουράνιο τόξο.
  • Μια μελαχρινή γοργόνα ρωτάει ένα νέο που κάνει ελεύθερο κάμπινγκ «Πότε θα γίνει πάρκο η παραλία;».
  •  Ένας ήλιος με δόντια αγναντεύει μια παρέα παιδιών που παίζει, ξαμολάει χαρταετούς, μπαλόνια, τρέχει με ποδήλατα ανάμεσα σε δέντρα γροθιές.
  •  Ο Ποσειδώνας με την τρίαινα του πολεμάει την τερατόμορφη πόλη που απειλεί τον τελευταίο ελεύθερο χώρο στο θαλάσσιο μέτωπο.
  • Ένας γουρουνόμορφος «επενδυτής» διώκεται από την παραλία μας έχοντας κυριολεκτικά φωτιά στα μπατζάκια του. 

 Το όραμα μας να γίνει πάρκο η παραλία, έγινε και δικό τους, ευχαριστούμε από καρδιάς όσες/ όσους βοήθησαν να κάνουμε το σπίτι μας ωραιότερο, πιο χαρούμενο και πιο  φιλόξενο.

 Η γενική Συνέλευση της Μεσοποταμίας 28ης Φεβρουαρίου 2010

Ένα ποίημα του Βιτσέντσου Κορνάρου από τον Ερωτόκριτο

 "Σγουραφιστή (ζωγραφιστή) σ' όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
και δεν μπορώ άλλη πλιό να δω παρά την εδική σου.
Xίλιοι σγουράφοι (ζωγράφοι) να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι,
να θέ' να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη,
τη στόρησή σου ως την-ε δουν, χάνεται η μάθησή τως,
γιατί κάλλιά'ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.
Eγώ, όντε σ' εσγουράφισα, ήβγαλα απ' την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου.
Όποια με το αίμα τση καρδιάς μιά σγουραφιά τελειώσει,
κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώσει.
Πάντά'ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
και ποιός να κάμει σγουραφιά πλιό σαν εμέ κατέχει;
Tα μάτια, ο νους μου, κ' η καρδιά, κ' η όρεξη εθελήσαν,
κ' εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ' εσγουραφίσαν. "